ἀπαμβλίσκω

ἀπαμβλίσκω
ἀπ-αμβλίσκω, eine Fehlgeburt tun

Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • απαμβλίσκω — ἀπαμβλίσκω (Α) 1. κάνω κάτι να μη τελεσφορήσει, να μη καρποφορήσει 2. (αμτβ.) (για γυναίκα) κάνω αποβολή, αποβάλλω …   Dictionary of Greek

  • ἀπαμβλίσκειν — ἀπαμβλίσκω make abortive pres inf act (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπαμβλίσκεσθαι — ἀπαμβλίσκω make abortive pres inf mp …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπαμβλίσκοντες — ἀπαμβλίσκω make abortive pres part act masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπήμβλωσεν — ἀπαμβλίσκω make abortive aor ind act 3rd sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπαμβλίσκοι — ἀπαμβλίσκοῑ , ἀπαμβλίσκω make abortive pres opt act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”